Δυο πράγματα δεν ήξερα πριν εντρυφήσω στο θέμα, το ένα ότι σαν πρόβλημα απασχολεί το 20% του πληθυσμού και ότι επίσης σε μεγάλο βαθμό το αντιμετωπίζουν και οι γυναίκες σαν οργασμό εδώ!
Πάμε λοιπόν να δούμε τι συμβαίνει με λίγα λόγια και στις δυο περιπτώσεις
Η στυτική δυσλειτουργία χαρακτηρίζεται από μερική ή ολική έλλειψη στύσης, ενώ μπορεί να υπάρχει επιθυμία και ίσως διέγερση. Εμφανίζεται σε όλους τους βαθμούς βαρύτητας. Μπορεί δηλαδή να υπάρχει μερική στύση και η συνουσία να πραγματοποιείται, αλλά με δυσκολία, ή να επέρχεται χάλαση(χαλάρωση) κατά τη διάρκεια της πράξης. 'Άλλοτε η αδυναμία στύσης είναι πλήρης και η συνουσία είναι αδύνατη. Μπορεί να υφίσταται από την αρχή της ζωής ή να έχει συμβεί σε κάποια στιγμή και σε σχέση ή μετά από κάποιο συγκεκριμένο γεγονός. Η έλλειψη στύσης μπορεί να είναι καθολική, να ισχύει δηλαδή για κάθε γυναίκα με την οποία αποπειράται να έρθει σε σεξουαλική επαφή ο πάσχων. Μπορεί όμως να είναι επιλεκτική. Πχ. ο άντρας αυτός είναι δυνατόν να έχει στύση με την ερωμένη ή με μια πόρνη, η ακόμα και με έναν άλλο άνδρα, αλλά όχι με τη σύζυγο.
Σποραδικές στυτικές δυσκολίες πιθανότατα δεν εμπίπτουν στην εν λόγω νοσολογική οντότητα, αλλά είναι σεξουαλικές ψυχοσωματικές αντιδράσεις σε ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις και σε πλαίσια φυσιολογικά.
Μεγάλος αριθμός οργανικών νόσων μπορούν να προκαλέσουν ανικανότητα στύσης. Συχνότερες εξ αυτών είναι η καρδιαγγειακή νόσος, η υπέρταση και η αρτηριοσκλήρυνση, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι νόσοι του θυρεοειδούς, η σκλήρυνση κατά πλάκας και άλλες νευρολογικές παθήσεις, η χρήση ουσιών, χειρουργικές επεμβάσεις και τραύματα στη περιοχή της πυέλου.
Εκτιμάται ότι το ποσοστό της ψυχογενούς στυτικής δυσλειτουργίας σε νέους άντρες είναι περίπου 8%.
Ανικανότητα υπάρχει συχνά ως ένα από τα συμπτώματα της κατάθλιψης.
Όσον αναφορά τις γυναίκες:
Η κατάσταση αυτή ορίζεται ως η διαρκής ή παροδική αναστολή του οργασμού, ο οποίος ή δεν υπάρχει καθόλου ή καθυστερεί τόσο πολύ, ώστε τελικά να μην συμβαίνει. Και αυτό, ενώ η φάση της διέγερσης έχει προϋπάρξει σε ικανοποιητικό βαθμό.
Θεωρείται σοβαρή οργασμιακή διαταραχή, όταν μια γυναίκα δεν έχει βιώσει ποτέ οργασμό στη ζωή της. Ευκαιριακές ή παροδικές δυσκολίες οργασμού μπορούν να εμπίπτουν σε ένα φάσμα αντιδράσεων, που αρχίζει από την περιοχή του φυσιολογικού και εκτείνεται προς την παθολογία. Πχ. έλλειψη οργασμού μετά από σύγκρουση με τον σύντροφο πιθανότατα ανήκει στα πλαίσια του φυσιολογικού.
Οι στατιστικές έρευνες σχετικά με την συχνότητα της οργασμιακής διαταραχής ποικίλλουν. Κι αυτό πιθανότατα σχετίζεται με το γεγονός ότι οι γυναίκες εξαιρετικά δύσκολα αποκαλύπτουν το οργασμιακό τους πρόβλημα.
Στη μελέτη του Kinsey το 39% των αγάμων γυναικών και άνω των 35 ετών δε είχαν ποτέ την εμπειρία του οργασμού. Οι γενικές εκτιμήσεις είναι ότι περίπου 30% των γυναικών έχουν πλήρη ή μερική οργασμιακή δυσλειτουργία. Με αυτή την εκτίμηση συμπίπτει κάποια άλλη έρευνα, σύμφωνα με την οποία 10% των γυναικών δηλώνουν έλλειψη οργασμού, ενώ 19% έχουν μερικές φορές.
Η έλλειψη οργασμού μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα συμπτώματα, όπως πόνους στην κοιλιά και στο υπογάστριο, κνησμό ή δυσφορία στην περιοχή των γεννητικών οργάνων.
Εκτός από τους ψυχολογικούς λόγους και κάποιοι σωματικοί μπορεί να ευθύνονται, όπως νευρολογικές νόσοι, τραύματα της οσφυοϊερής περιοχής της σπονδυλικής στήλης, χρήση φαρμάκων, αλκοόλ κλπ.
Σεξουαλικά προβλήματα σε άνδρες και γυναίκες έχουν να κάνουν με: Μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, αντίδραση σεξουαλικής απέχθειας, ξηρότητα του κόλπου, στυτική δυσλειτουργία ανδρών, οργασμιακή διαταραχή στη γυναίκα, οργασμιακή διαταραχή στον άντρα (καθυστέρηση εκσπερμάτισης), πρόωρη εκσπερμάτιση, δυσπαρεύνεια (επώδυνη συνουσία), κολεόσπασμος.
Αφού εντοπισθεί η περιοχή του προβλήματος, η θεραπεία επεμβαίνει άλλοτε συμβουλευτικά και άλλοτε σε βαθύτερο επίπεδο, στοχεύοντας σε συνειδητοποιητικές αλλαγές. Όταν το πρόβλημα είναι κυρίως προσωπικό, τότε απευθύνεται στο άτομο. Αν το πρόβλημα εμπλέκει τη σχέση, τότε εργάζεται με το ζεύγος.
Η θεραπεία είναι πάντα η ψυχοθεραπεία σαν τελευταία λύση, εκτός αν συνυπάρχουν άγχος και κατάθλιψη ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, οπότε μπορεί να δοθούν και τα σχετικά φάρμακα.
Ο κατάλληλος γιατρός είναι ο ουρολόγος. Είτε μόνος, είτε σε συνεργασία με παθολόγο και νευρολόγο και φυσικά πάντα με ένα ψυχολόγο η ψυχίατρο, θα διαγνώσουν τα αίτια του προβλήματος και θα σας προτείνουν την ενδεδειγμένη αγωγή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου