ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΤΗΣ
ΠΑΘΟΛΟΓΟΣ-ΗΠΑΤΟΛΟΓΟΣ
ΛΕΚΤΟΡΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ «ΕΛΕΝΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ»
ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ B & C
Οι ιογενείς ηπατίτιδες Β και C αποτελούν μείζον πρόβλημα Δημόσιας Υγείας, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο και καθίστανται σήμερα περισσότερο επίκαιρες από ποτέ, λόγω της όλο και αυξανόμενης διακίνησης πληθυσμών, συνήθως από χώρες υψηλής ενδημικότητας προς χώρες χαμηλής ενδημικότητας αυτών, καθώς και της αναγνώρισης των παραγόντων κινδύνου σε συνδυασμό με την υψηλή αποτελεσματικότητα των μεθόδων πρόληψης, προφύλαξης και θεραπευτικής αντιμετώπισής τους.
ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ Β
Οφείλεται στον ιό της ηπατίτιδας Β (Hepatitis B Virus, HBV). Παγκοσμίως, περίπου 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν μολυνθεί από τον ιό και από αυτούς 350 εκατομμύρια περίπου είναι χρόνιοι φορείς του HBV οι οποίοι και αποτελούν την βασική δεξαμενή για την διασπορά της λοίμωξης και αποτελούν δυνητικά αυτούς που δύναται να υποστούν τις συνέπειες του τελικού σταδίου ηπατικής νόσου. Υπολογίζεται πως περίπου 1 εκατομμύριο άτομα καταλήγουν ετησίως από κίρρωση του ήπατος ή/και ηπατοκυτταρικό καρκίνο (ΗΚΚ), νοσήματα τα οποία σχετίζονται αιτιολογικά με την παρουσία χρόνιας λοίμωξης από τον HBV.
Ο ιός της ηπατίτιδας Β μεταδίδεται:
A. Κάθετα (περιγεννητική μετάδοση), από την θετική μητέρα στο παιδί της κατά τη διάρκεια του τοκετού (και εξαιρετικά σπάνια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης) ή οριζόντια, νωρίς κατά τη βρεφική ή πρώιμη παιδική ηλικία. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, σε αντίθεση με την λοίμωξη κατά την ενήλικο ζωή, η πιθανότητα εξέλιξης προς χρονιότητα είναι μεγαλύτερη του 90%.
B. Οριζόντια, από έναν άνθρωπο σ’ έναν άλλο με:
1. Σεξουαλική μετάδοση, η οποία εμπεριέχει την ορατή ή μη λύση της συνέχειας του δέρματος ή των βλεννογόνων και την είσοδο του ιού που βρίσκεται σε μικρές σχετικά συγκεντρώσεις στα διάφορα βιολογικά υγρά (σπέρμα, κολπικά υγρά, σάλιο) στη συστηματική κυκλοφορία. Μικροαμυχές είναι συχνές κατά τη συνήθη σεξουαλική επαφή και πολλαπλασιάζονται κατά την ομοφυλοφιλική επαφή, ιδιαίτερα μεταξύ ανδρών, όπου και τα ποσοστά έκθεσης στον ιό της ηπατίτιδας Β καταγράφονται αυξημένα.
2. Παρεντερική μετάδοση, επαφή αίμα με αίμα, όπως
− Μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του και μεταμόσχευση οργάνων (στο παρελθόν)
− Χρήση ενδοφλεβίων ναρκωτικών
− Κοινή χρήση προσωπικών αντικειμένων, π.χ. οδοντόβουρτσες, ξυραφάκια, λίμες, ψαλιδάκια κ.ά.
− Συχνή ή τυχαία έκθεση σε μολυσμένο αίμα λόγω επαγγέλματος, π.χ. επαγγελματίες υγείας ή εργάτες καθαριότητας κ.ά.
− Ενδοοικογενειακή διασπορά, κυρίως κατά την πρώτη παιδική ηλικία
Μετά από οξεία ηπατίτιδα Β, η οποία είναι ασυμπτωματική ή ολιγοσυμπτωματική στην πλειονότητα των προσβεβλημένων νεογνών και παιδιών και στο 60% των προσβεβλημένων ενηλίκων, 95% των νεογνών, 60% των παιδιών, και μόνο 2-5% των ενηλίκων θα μεταπέσουν στη χρόνια μορφή της λοίμωξης. Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαίο τον εμβολιασμό όλων των νεογνών και παιδιών που δεν έχουν ήδη εκτεθεί. Οι ασθενείς που δεν καταφέρνουν να αποβάλουν τον ιό μετά από 6 μήνες από την έκθεση χαρακτηρίζονται ως «χρόνιοι φορείς». Το ένα τρίτο περίπου αυτών παρουσιάζουν συνεχή και εξελισσόμενη ηπατική βλάβη, που οδηγεί ένα σημαντικό ποσοστό (25-40%) στην ανάπτυξη κίρρωσης, ηπατικής ανεπάρκειας ή καρκίνου του ήπατος, αν δεν χορηγηθεί εγκαίρως αποτελεσματική θεραπευτική αγωγή.
Η πρόληψη της ηπατίτιδας Β στηρίζεται στον εμβολιασμό. Η ανάπτυξη εμβολίων κατά του ιού της ηπατίτιδας Β θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της σύγχρονης ιατρικής. Τα τρέχοντα διαθέσιμα εμβόλια είναι εξαιρετικά ασφαλή και έχουν αποτελεσματικότητα μεγαλύτερη του 95%. Το πρόγραμμα του εμβολιασμού περιλαμβάνει 3 δόσεις (0, 1, 6 μήνες) και προφυλάσσει και από λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας D. Σήμερα είναι υποχρεωτικός ο εμβολιασμός όλων των βρεφών και εφήβων και συνιστάται επίσης στις ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως σε συγγενείς ή σεξουαλικούς συντρόφους ατόμων με χρόνια λοίμωξη, σε πολυμεταγγιζόμενα άτομα, σε χρήστες ενδοφλέβιων τοξικών ουσιών, σε άτομα με πολλαπλές ετεροφυλοφιλικές ή/και ομοφυλοφιλικές σχέσεις, σε επαγγελματίες υγείας, σε άνδρες των σωμάτων ασφαλείας, σε ασθενείς με νοσήματα του ήπατος ανεξαρτήτως αιτιολογίας, σε αιμοκαθαιρόμενους κ.ά.
Τα άτομα με χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β πρέπει να αναγνωρίζονται, να καθορίζεται το στάδιο της λοίμωξης και η βαρύτητα της τυχόν συνυπάρχουσας ηπατικής νόσου, να παρακολουθούνται μακροχρονίως με εξετάσεις αίματος, να διατηρούν αυστηρά δικά τους τα προσωπικά τους αντικείμενα τα οποία μπορεί δυνητικά να εκτίθενται στο αίμα τους (οδοντόβουρτσες, ξυραφάκια, κ.τ.λ.) και να ενημερώνουν τα άτομα του περιβάλλοντός τους έτσι ώστε και αυτά να ελεγχθούν και να λάβουν τα απαραίτητα και λίαν αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης και προφύλαξης (εμβολιασμός, προφύλαξη κατά την ερωτική πράξη). Θεραπεία είναι απαραίτητη για μια υπο-ομάδα των ατόμων με χρόνια λοίμωξη που παρουσιάζουν εξελισσόμενη ηπατική νόσο. Σήμερα είναι διαθέσιμα πολλά φάρμακα που προσφέρουν πάρα πολλά στην αντιμετώπιση των ασθενών αυτών, δίνοντας διέξοδο στα θεραπευτικά αδιέξοδα των προηγούμενων δεκαετιών.
ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ C
Οφείλεται στον ιό της ηπατίτιδας C (HCV). Υπολογίζεται ότι 300 εκατομμύρια άνθρωποι είναι χρόνιοι φορείς του ιού της ηπατίτιδας C παγκοσμίως, μ’ ένα φάσμα κλινικών εκδηλώσεων από ήπια έως σοβαρή χρόνια ηπατίτιδα C, κίρρωση του ήπατος και ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (ΗΚΚ).
Η ευρεία εξάπλωση της ηπατίτιδας C οφείλεται κύρια στη μέχρι σχετικά πρόσφατα (1990) αδυναμία διάγνωσής της με αποτέλεσμα την έκθεση αρκετών ασθενών που έλαβαν αίμα ή παράγωγα αυτού κατά το πρόσφατο παρελθόν, την εύκολη μετάδοσή της ανάμεσα σε χρήστες ενδοφλεβίων ναρκωτικών με τον κλασσικό τρόπο της χρήσης κοινής σύριγγας, τη χρησιμοποίηση μη αποστειρωμένου υγειονομικού εξοπλισμού στις αναπτυσσόμενες χώρες, την αδυναμία έγκαιρης αναγνώρισής της κατά την οξεία φάση (υποκλινική-ολιγοσυμπτωματική ή ασυμπτωματική οξεία ηπατίτιδα C) όπου τα ποσοστά ιολογικής κάθαρσης με την τρέχουσα θεραπευτική αντιμετώπιση αγγίζουν το 100% και τη μεγάλη πιθανότητα εξέλιξής της σε χρόνια μορφή (70-80%).
Ο ιός της ηπατίτιδας C μεταδίδεται, κυρίως παρεντερικά, επαφή αίμα με αίμα και λιγότερο συχνά σεξουαλικά (2-4%) ή περιγεννητικά (2-5%). Συνήθεις τρόποι διασποράς του ιού της ηπατίτιδας C είναι :
− Χρήση ενδοφλεβίων ναρκωτικών, που αποτελεί σήμερα την κύρια οδό μετάδοσης του ιού της ηπατίτιδας C.
− Μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του πριν από το 1992.
− Αιμοκάθαρση (τεχνητός νεφρός).
− Τρύπημα με μολυσμένη βελόνα (μικρή πιθανότητα μετάδοσης, στο 2-10%).
− Μεταμόσχευση μολυσμένου οργάνου στο παρελθόν.
− Ιατρικές ή παραϊατρικές ή αισθητικές «επισφαλείς» πρακτικές (ενέσεις, βελονισμός, τατουάζ, piercing κ.τ.λ.)
− Σεξουαλική μετάδοση. Η πιθανότητα μετάδοσης της ηπατίτιδας C σε σταθερά μονογαμικά ετεροφυλοφιλικά ζευγάρια είναι μικρότερη από 1%, ενώ αυξάνει σχετικά σε άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους. Ομοφυλόφιλοι άνδρες φαίνεται να εκτίθενται πολύ συχνότερα στον HBV και τον HIV από τον HCV, με εξαίρεση τις περιπτώσεις αυτών που κάνουν και ενδοφλέβια χρήση τοξικών ουσιών, όπου τα περιστατικά ηπατίτιδας C πολλαπλασιάζονται.
− Περιγεννητική μετάδοση (από μητέρα σε παιδί). Συμβαίνει στο 2-5%, ιδιαίτερα όταν η μητέρα παρουσιάζει πολύ υψηλό ιικό φορτίο κατά την περιγεννητική περίοδο.
Η πλειοψηφία των ασθενών με οξεία ηπατίτιδα C δεν παρουσιάζουν ειδικά συμπτώματα αλλά μόνο το 15% αυτών εκριζώνουν την λοίμωξη. Αντίθετα, οι περισσότεροι ασθενείς (>80%) δεν κατορθώνουν να εκριζώσουν τον ιό και μεταπίπτουν σε χρόνια συνήθως ασυμπτωματική αλλά συχνά εξελισσόμενη ηπατίτιδα C. Από τους ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C, 25-30% θα αναπτύξουν κίρρωση του ήπατος σε χρονικό ορίζοντα 20ετίας. Η ταυτόχρονη παρουσία και άλλων ιών (HΒV, HIV), καθώς και η κατάχρηση οινοπνεύματος επιταχύνουν την ιστολογική εξέλιξη της χρόνιας ηπατίτιδας C. Οι ασθενείς με κίρρωση έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν πρωτοπαθή καρκίνο του ήπατος (ποσοστό 1-4%, ετησίως).
Ομάδες υψηλού κινδύνου για λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C
Η πρόληψη της ηπατίτιδας C συνίσταται στην γνώση των τρόπων μετάδοσης και στην λήψη προφυλακτικών μέτρων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά πρακτικές που εμπεριέχουν τον κίνδυνο έκθεσης σε αίμα και άλλα βιολογικά υγρά, δεδομένου του γεγονότος ότι επί του παρόντος δεν υπάρχει εμβόλιο για την ηπατίτιδα C. Επίσης, έχει πολύ μεγάλη σημασία η αναγνώριση των ατόμων με χρόνια λοίμωξη και η έγκαιρη αντιμετώπισή της με στόχο τον περιορισμό της εξέλιξης της ηπατικής νόσου σ’ αυτούς και της διασποράς του ιού στον υπόλοιπο πληθυσμό. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονισθεί ότι η επιτυχής θεραπεία, η οποία επιτυγχάνεται σήμερα σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60% του συνόλου των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα C και στην συντριπτική πλειονότητα (>90%) αυτών με «καλά» χαρακτηριστικά (νέοι, μη-παχύσαρκοι ασθενείς, με λοίμωξη με τους γονοτύπους 2 ή 3) εκριζώνει τον ιό από το αίμα κι ελαχιστοποιεί την πιθανότητα μετάδοσής του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου